|
Ο James ίσιωσε το πέτο του, βεβαιώθηκε ότι έχει μαζί του όλα τα κλειδιά που χρειαζόταν εκείνο το απόγευμα και έκλεισε την πόρτα του διαμερίσματός του. Οι σκέψεις που τριγύριζαν στο μυαλό του εκείνη την ώρα δεν
ήταν και οι πιο ευχάριστες, αλλά μετά από τρεις μπύρες και τέσσερις γύρους ¨με απ’όλα¨ στου Μανώλη τι να περιμένει κανείς. Προτίμησε να κατεβεί από τις σκάλες, μια και ο ανελκυστήρας ακόμα δεν είχε ξεμυρίσει από
προχθές, τότε που κατά λάθος του έπεσε και έσπασε ένα μπουκάλι Cointreau. Ευτυχώς, τα τρία Laphroaig που είχε μαζί του δεν έπαθαν τίποτα, και ο καντηλαναύτης του Αγίου Ελευθερίου ακόμα απορεί για τις τρεις
δίμετρες λαμπάδες που άναψε ένας κοστουμαρισμένος κύριος χθές το πρωί. Ανοίγοντας την εξώπορτα η μορφή της κατέκλυσε το μυαλό του και τον κυρίευσε ένα περίεργο συναίσθημα. Ήταν βέβαια αλήθεια ότι
είχε καιρό να βρεθεί μαζί της και ένιωθε κάπως άσχημα γι’αυτό. Το φόρτο εργασίας του την προηγούμενη εβδομάδα τον είχε εξαντλήσει όμως τώρα είχε έρθει η στιγμή να την ξαναδεί και τίποτα δε θα μπορούσε να τον
σταματήσει.Τα γκρίζα σύννεφα αποφάσισαν να κάνουν την απειλή τους πραγματικότητα και οι πρώτες ψιχάλες άρχισαν να πέφτουν. Ο James άνοιξε το βήμα του για να φτάσει νωρίτερα κοντά της. Λίγα βήματα ακόμα,
σκέφτηκε, και θα την ξαναδώ μετά από τόσες μέρες... Φτάνοντας στη γωνία άρχισε να διακρίνει τη σιλουέττα της. Μετά από μια στιγμή δεν άντεξε και σταμάτησε μέσα στη βροχή, μερικά μέτρα μακριά της. Εκείνη τη
στιγμή ήθελε μόνο να την κοιτάζει, από την πίσω μεριά και από το πλάι, χωρίς εκείνη να μπορεί τον αντιληφθεί. Η βροχή δεν τον πείραζε αλλά ούτε και εκείνη φάνηκε να ενοχλείται ιδιαίτερα. Οι σταγόνες είχαν
χοντρύνει αρκετά αλλά γλιστρούσαν πάνω της με μια ανείπωτη χάρη, ακολουθώντας την πορεία που όριζαν οι καμπύλες της πριν καταλήξουν στο υγρό πεζοδρόμιο. Ο James κοιτόυσε το θέαμα και δεν μπορούσε να κρύψει τη
συγκίνησή του για τη θεϊκή αυτήν παράσταση που μόνο αυτός μπορούσε να απολαύσει. Το βλέμμα του πορεύτηκε σε όλα τα σημεία της, στις θεσπέσιες καμπύλες της, στο λαμπερό βλέμμα της. Λάτρευε τη χάρη με την
οποία στεκόταν ή προχωρούσε, κάθε της κίνηση έμοιαζε αβίαστη και αθόρυβη. Απολάμβανε κάθε στιγμή που πορευόταν μαζί της, που την πήγαινε σε μέρη πολυσύχναστα με κόσμο και φασαρία αλλά και σε μέρη ήσυχα και
ερημικά, μόνο οι δυο τους και ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί, ακούγοντας Billie, Etta, Sarah ή μόνο τον ήχο της φύσης πόυ ησυχάζει... Χωρίς να το καταλάβει είχε φτάσει δίπλα της. Την άγγιξε και ένιωσε την προσμονή
της. Ξαφνικά μια γλυκιά θέρμη ζέστανε το κορμί του και ήξερε ότι είχε αυτό που ήθελε. Πριν μπει μέσα της την κοίταξε για άλλη μια φορα, τη σκούρα μπλε Jaguar του... |